Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

_Εσύ και τα σύννεφά σου_

Έκλεινες τα μάτια και ήλπιζες ότι ο κόσμος που ζούσες, που νόμιζες ότι αγαπάς, θα εξαφανιζόταν για λίγο. Έριχνες τα μαλλιά σου σαν να περίμενες κάποιος να τα πιάσει και να σκαρφαλώσει στα όνειρα σου και να σου τα αναστατώσει. Έπιανες τα μολύβια σου και σχεδίαζες πολύχρωμες παιδικές χαρές σε λευκά χαρτιά για να μπορέσεις να βρεις κοινό τόπο με το παιδί που κοίταζε τον κόσμο από τα μάτια σου. Ήθελες να παρέχεις, αλλά δεν είχες πολλά, επιθυμούσες να βοηθήσεις αλλά δεν ήξερες αν κάποιος χρειαζόταν τη βοήθειά σου. Τα βράδια σε τρόμαζαν πολύ, ενωνόταν το σκοτάδι με κάτι περίεργο μέσα σου, κάτι που σου έκοβε την ανάσα. Λάτρευες τη θάλασσα γιατί ακόμη και όταν φαινόταν στάσιμη, κάπου αλλού κινούταν, τη λάτρευες γιατί μύριζε αλάτι που δεν πέφτει στις πληγές. Έτσι καθησυχαζόσουν και πίστευες ότι όλα προχωρούν έστω και αργά, ανεπαίσθητα. Έκλαιγες κάθε φορά που γελούσες από χαρά και φοβόσουν να κλάψεις από πόνο γιατί αυτό σήμαινε ότι ο πόνος ήταν αλήθεια. Αγαπούσες να κοιμάσαι ως το μεσημέρι αλλά φοβόσουν ότι έχανες κομμάτια της ζωής όταν έμενες στο κρεβάτι. Μύριζες καπνό τυλιγμένο σε μια γλυκειά ενοχή και αβεβαιότητα. Πίστευες στο έρωτα σαν την αυταπάτη που μπορεί να σώσει για λίγο ή για πολύ. Πίστευες ότι και εσύ μπορεί ακόμη να σωθείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου